Στην ανατολική πλευρά της Ρωμαϊκής Αγοράς, μπροστά από την Πύλη της Αρχηγέτιδος Αθηνάς και προσκείμενο στη νότια πλευρά του Ωρολογίου του Κυρρήστου σώζεται σήμερα ένα τρίπυλο πάνω σε πλατιά κλίμακα ανόδου. Καθώς αρχικά είχε θεωρηθεί ότι το μνημείο αποτελεί πρόσοψη δημόσιου οικοδομήματος, ταυτίστηκε με το Αγορανομείο, κάτι που δεν γίνεται αποδεκτό από τη νεότερη έρευνα.
Η οικοδόμηση του κτηρίου τοποθετείται στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Η πύλη, κατασκευασμένη από μάρμαρο Υμηττού και Πεντέλης, αποτελείται από τέσσερις πεσσούς εκ των οποίων σήμερα σώζονται οι τρεις, που συνδέονται μεταξύ τους με τρία τόξα. Τα τοξωτά υπέρθυρα φέρουν διακόσμηση και επιγραφές. Η μια επιγραφή του επιστυλίου αναφέρει ότι το κτήριο ήταν αφιερωμένο στην Αθηνά Αρχηγέτιδα και στους Σεβαστούς Θεούς, όμως το αρχικό τμήμα της που θα ανέφερε το όνομα του κτηρίου λείπει. Η πύλη εδράζεται σε κλίμακα από πώρινες λιθόπλινθους για να καλύψει την υψομετρική διαφορά μεταξύ αυτής και του προπύλου της Αγοράς. Έτσι, με την οικοδόμηση της πύλης επιτυγχάνεται η σύνδεση με την ανατολική είσοδο, την Πύλη της Αρχηγέτιδος Αθηνάς, και εξυπηρετείται η μετάβαση στην οδό που περνούσε μέσα από την Αγορά. Η χωροθέτησή της στο σταυροδρόμι δύο οδών που προϋπήρχαν εξωραΐζει τον δημόσιο χώρο, δίνοντας έμφαση στον μεγάλο υπαίθριο χώρο που εκτείνεται στα ανατολικά της.
Η ταύτιση του κτηρίου στο παρελθόν με το Αγορανομείο οφείλεται στην εύρεση ενός μονολιθικού ενεπίγραφου τόξου το οποίο ήταν εντοιχισμένο σε παρακείμενη οικία και θεωρήθηκε αρχικά ότι ανήκει στο τρίπυλο. Η επιγραφή αυτή που αναφέρεται στο Αγορανομείο, την έδρα των αξιωματούχων που ήταν υπεύθυνοι για την εύρυθμη λειτουργία των εμπορικών αγορών, χρονολογείται μετά τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. και ανήκει προφανώς σε άλλο κτήριο της περιοχής, το οποίο όμως δεν έχει ταυτιστεί. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι το κτήριο στο οποίο ανήκει η τρίτοξη πύλη ήταν μια ασκεπής βασιλική, με την τοξοστοιχία που αποτελούσε την πρόσοψή της να ενσωματώνεται σε προϋπάρχουσα ελληνιστική στοά. Σύμφωνα με αυτή την άποψη το κτήριο ήταν Σεβαστείο, και οικοδομήθηκε για να στεγάσει την αυτοκρατορική λατρεία, η οποία ήδη είχε καθιερωθεί στην Αθήνα από τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους. Τα μνημεία που συνδέονταν με τη λατρεία των θεοποιημένων μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας οικοδομούνταν σε σημαντικούς δημόσιους χώρους ως μέσο προπαγάνδας και εξύμνησης της δύναμης των αυτοκρατόρων, όπως εν προκειμένω στη Ρωμαϊκή Αγορά. Ούτε όμως αυτή η ταύτιση δεν έχει γίνει καθολικά αποδεκτή, καθώς το ανατολικό τμήμα του κτηρίου βρίσκεται κάτω από σύγχρονα κτίσματα και υποδομές και δεν έχει ερευνηθεί. Τέλος μια νεώτερη άποψη αναφέρει ότι η τοξοστοιχία δεν ανήκει σε κτήριο αλλά ήταν μια μνημειακή είσοδος προς τον ανοιχτό χώρο στα ανατολικά, στον οποίο υπήρχαν εκατέρωθεν στοές.
Τον 18ο αι., ευρωπαίοι περιηγητές αποτύπωσαν τα μνημεία της Αθήνας, ανάμεσα σε αυτά και το τρίπυλο του Αγορανομείου για το οποίο αναφέρουν ότι ήταν ενσωματωμένο στην ανατολική όψη μιας οθωμανικής οικίας. Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους και στο πλαίσιο εκκαθάρισης της ευρύτερης περιοχής από κατοικίες, η οικία που ήταν ενσωματωμένο το μνημείο κατεδαφίστηκε ενώ μερικά χρόνια μετά απομακρύνθηκαν και οι επιχώσεις, αποκαλύπτοντας το συνολικό του μέγεθος.
