Κοσμώντας τον λόφο απέναντι από την Ακρόπολη των Αθηνών, στην κορυφή του Λόφου των Μουσών, υψώνεται το Μνημείο του Φιλοπάππου. Ο Φιλόπαππος ήταν εγγονός του Αντίοχου Δ΄, του τελευταίου Βασιλιά της Κομμαγηνής, και διορισμένος ως ύπατος της Αθήνας στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., τίτλος που ήταν τιμητικός αλλά πλέον τυπικός, πήρε και τον τίτλο του Αθηναίου πολίτη. Το μνημείο ανεγέρθηκε το 114-116 μ.Χ. από τους Αθηναίους πολίτες προς τιμήν του Φιλοπάππου. Σήμερα, αποτελεί ένα συναρπαστικό αρχαιολογικό μνημείο, που αποκαλύπτει στρώματα ιστορίας μέσα από τα αρχιτεκτονικά του κατάλοιπα.
Η πρώτη ανασκαφή διεξήχθη το 1898, ενώ ακολούθησαν εργασίες αναστήλωσης το 1899. Επιπλέον ανασκαφές τον 20ό αιώνα αποκάλυψαν τη χρήση του ως μαυσωλείου του Φιλοπάππου, με ψηλό νεκρικό θάλαμο 9 μέτρων και εμβαδόν 7 επί 5 μέτρα. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε πεντελικό μάρμαρο, ενώ η βάση του από πωρόλιθο είναι επενδεδυμένη με μάρμαρο από τον Υμηττό. Οι συνολικές διαστάσεις του μνημείου είναι 9,8 επί 9,3 μέτρα και η πρόσοψή του διατηρείται αποσπασματικά, ενώ από το μαυσωλείο σώζεται μόνο η βορειοανατολική πλευρά, διακοσμημένη εξωτερικά με ανάγλυφα που αναπαριστούν επεισόδια από τη ζωή του Φιλοπάππου.
Στην επάνω ζώνη της πλευράς που σώζεται υπήρχαν τρεις κόγχες με αγάλματα, από τα οποία διατηρούνται μόνο τα δύο που αναπαριστούν τον Αντίοχο Δ΄ και τον Φιλόπαππο, ενώ το τρίτο, του Σέλευκου Α΄ του Νικάτωρα, έχει χαθεί. Οι μορφές έχουν ταυτιστεί από επιγραφές τις οποίες παραδίδει ο Κυριακός Αγκωνίτης, Ιταλός έμπορος και ουμανιστής που επισκέφθηκε το μνημείο το 1436 και ανέφερε ότι έστεκε άθικτο.
Η κεντρική μορφή του Φιλοπάππου, που αντικρίζει απέναντί του τον Παρθενώνα, εντυπωσιάζει αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο το μνημείο αποτελεί μια εξαίρεση στα ταφικά έθιμα των Αθηναίων, που δεν ύψωναν ταφικά μνημεία σε υψώματα και μάλιστα ιερά. Στον λόφο των Μουσών, σύμφωνα με την παράδοση, είχε ενταφιαστεί ο μυθικός Μουσαίος, ποιητής και μαθητής του Ορφέα, ίσως και γιος του. Η ανέγερση του μαυσωλείου του Φιλοπάππου στον λόφο, φαίνεται να αντηχεί παραδόσεις από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κομμαγηνή, όπου οι βασιλείς ενταφιάζονταν σε κορυφές βουνών (ιεροθέσια). Αν η υπόθεση αυτή ισχύει, το μνημείο είναι δηλωτικό του συγκρητισμού ελληνικών, ανατολικών αλλά και ρωμαϊκών στοιχείων.
Δεν είναι γνωστό το πότε κατέρρευσε το μεγαλύτερο μέρος του κτίσματος στους νεότερους χρόνους. Η αρχαιολογική έρευνα έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αρχιτεκτονικά του μέλη φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν στον Μιναρέ που ανεγέρθηκε στον Παρθενώνα την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας.
