Η πύλη Beulé βρίσκεται στη δυτική πλαγιά της Ακρόπολης, χαμηλά, δυτικά της κλίμακας ανόδου προς τα Προπύλαια. Πρόκειται για πύλη που πλαισιώνεται από δυο ορθογώνιους πύργους και αποτελεί τμήμα της οχύρωσης της Ακρόπολης κατά τους υστερορρωμαϊκούς χρόνους. Η ακριβής χρονολόγηση της πύλης δεν είναι βέβαιη: πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι η κατασκευή της έγινε στα χρόνια του αυτοκράτορα Βαλεριανού (μέσα 3ου αι. μ.Χ.) στο πλαίσιο προληπτικών οχυρωματικών έργων λόγω της επερχόμενης άφιξης των Ερούλων στην Αθήνα, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι η πύλη κατασκευάστηκε μετά την επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ.
Για την κατασκευή της πύλης χρησιμοποιήθηκε προγενέστερο οικοδομικό υλικό το οποίο προέρχεται κυρίως από το χορηγικό μνημείο του Νικία, έργο που χρονολογείται το 320/319 π.Χ. Το μνημείο, που βρίσκεται δυτικά του Θεάτρου του Διονύσου, αποσυναρμολογήθηκε προσεκτικά και τα μέλη του επαναχρησιμοποιηθήκαν για την οχύρωση της Ακρόπολης. Καθώς τον 3ο αι. μ.Χ. επικρατούσε μεγάλη αναταραχή στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία λόγω των επιδρομών διαφόρων βαρβαρικών φύλων, οι πόλεις προχωρούσαν σε αναδιάρθρωση της αμυντικής τους οργάνωσης. Έτσι κατασκεύαζαν νέες οχυρώσεις χρησιμοποιώντας οικοδομικό υλικό αρχαιοτέρων κτηρίων.
Η πύλη ονομάστηκε έτσι από τον Γάλλο αρχαιολόγο Charles Ernest Beulé ο οποίος την αποκάλυψε και τη μελέτησε το 1852, όταν αποδόμησε τον οθωμανικό προμαχώνα που βρισκόταν χαμηλότερα από τα Προπύλαια των κλασικών χρόνων. Σήμερα, αποτελεί την κύρια είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης.

