Το Ερέχθειο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του πλατώματος του λόφου της Ακρόπολης. Είναι ένα κομψό οικοδόμημα, ιδιόμορφης αρχιτεκτονικής που αποτελούσε τον ιερότερο χώρο λατρείας στην Αθήνα. Οικοδομήθηκε σε δύο φάσεις, στα διαλείμματα του τριακονταετή Πελοποννησιακού πολέμου (421-413 και 409-406), σε σχέδια του αρχιτέκτονα Μνησικλή.
Η χωροθέτησή του καθορίστηκε από τον προϋπάρχοντα ναό της Αθηνάς Πολιάδος που καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ. και το ιδιόμορφο αρχιτεκτονικό του σχέδιο από τις υψομετρικές ανομοιομορφίες του εδάφους. Επιπλέον η ανάγκη να στεγαστούν αρχαίες λατρείες και ιερά σημεία, όπως οι τάφοι των μυθικών βασιλιάδων Κέκροπα και Ερεχθέα, η ιερή ελιά της Αθηνάς και τα ίχνη της τρίαινας του Ποσειδώνα, σημάδια της διένεξής τους για την κυριαρχία της Αττικής, υπαγόρευσαν το ασυνήθιστο σχήμα του μνημείου.
Στο Ερέχθειο λατρεύονταν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας ως σύνναοι. Το ανατολικό τμήμα που διέθετε πρόσταση από 6 ιωνικούς κίονες ήταν αφιερωμένο στην Αθηνά και στέγαζε το πανάρχαιο ξόανο (ξύλινο λατρευτικό άγαλμα) της θεάς στο οποίο πρόσφεραν οι Αθηναίοι κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Παναθηναίων έναν καινούριο πέπλο. Μπροστά από το ξόανο έκαιγε η άσβεστος λυχνία, η περίφημη χρυσή λυχνία, έργο του γλύπτη Καλλιμάχου, που δεν έσβηνε ποτέ. Εκεί κατοικούσε και το ιερό φίδι της θεάς Αθηνάς, ο οικουρός όφις, υπόσταση του μυθικού Εριχθόνιου-Ερεχθέα, που προστάτευε την πόλη.
Στο δυτικό τμήμα λατρευόταν ο Ποσειδώνας–Ερεχθέας, ο αδερφός του Βούτης και ο Ήφαιστος. Η λατρεία του μυθικού βασιλιά Ερεχθέα που ταυτίστηκε με τον Ποσειδώνα, μετά τη θανάτωσή του από τον ίδιο τον θεό, έδωσε στο οικοδόμημα σε μεταγενέστερα χρόνια την ονομασία Ερέχθειο. Η βόρεια πρόσταση στο δυτικό τμήμα του οικοδομήματος, διαθέτει εξάστυλη ιωνική κιονοστοιχία σε σχήμα Π. Τα αρχιτεκτονικά μέλη αυτού του μνημειακού πρόπυλου ήταν κατάκοσμα με ανάγλυφα κυμάτια, ρόδακες, πλοχμούς και αστραγάλους ενώ τα φατνώματά του ήταν ζωγραφιστά. Το πάνω μέρος περιέτρεχε ζωφόρος με σχεδόν ολόγλυφες μορφές από λευκό μάρμαρο Πάρου οι οποίες ήταν στερεωμένες σε πλάκες από γκρίζο ελευσινιακό λίθο. Το θέμα της ζωφόρου δεν έχει προσδιοριστεί καθώς οι μορφές σώζονται αποσπασματικά, όμως θεωρείται ότι ήταν σχετικό με μύθους που αφορούσαν τον Εριχθόνιο-Ερεχθέα. Σε ένα άνοιγμα στο δάπεδο της πρόστασης, οι Αθηναίοι πίστευαν ότι υπήρχε το σημάδι της τρίαινας με την οποία ο Ποσειδώνας χτύπησε τον βράχο και ανάβλυσε η αλμυρή πηγή που ήθελε να προσφέρει ως δώρο στην πόλη.
Η εμβληματική πρόσταση των Κορών ή Καρυατίδων, παγκοσμίως αναγνωρίσιμο μνημείο, βρίσκεται στη νότια πλευρά του δυτικού τμήματος. Τα έξι αγάλματα Κορών, όλα διαφορετικά μεταξύ τους, ήταν στημένα σε ψηλό βάθρο και στήριζαν την οροφή αντικαθιστώντας τους κίονες. Είναι διατεταγμένες σε σχήμα Π και στραμμένες στην ιερά οδό από όπου περνούσε η μεγαλειώδης πομπή των Παναθηναίων. Φορούν δωρικούς πέπλους με πτυχώσεις που θυμίζουν ραβδώσεις κιόνων και διαθέτουν περίτεχνες κομμώσεις. Στο κεφάλι φέρουν κάλαθο, εν είδη κιονοκράνου ενώ θεωρείται ότι στο ένα τους χέρι θα κρατούσαν αγγείο για σπονδές και με το άλλο θα ανασήκωναν το ιμάτιο τους. Δημιουργός τους πιθανόν ήταν ο Αλκαμένης και το εργαστήριό του.
Η πρόσταση των Καρυατίδων αποτελούσε σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη το υπέργειο μνημείο του τάφου του Κέκροπα που βρισκόταν εν μέρει από κάτω. Οι Κόρες με τις επίσημες ενδυμασίες και τα τελετουργικά αγγεία στα χέρια παριστάνονταν σα να απέδιδαν τιμές στον νεκρό ήρωα-βασιλιά. Η ονομασία Καρυάτιδες οφείλεται στον Βιτρούβιο, Ρωμαίο αρχιτέκτονα, ο οποίος μας παραδίδει μια ιστορία για τις γυναίκες από τις Καρυές της Λακωνίας. Σύμφωνα με τη διήγησή του οι γυναίκες αυτές τιμωρήθηκαν με το να κουβαλούν στο κεφάλι τους τα ρούχα και τα κοσμήματα τους επειδή η πόλη τους είχε προσφέρει βοήθεια στους Πέρσες.
Το μνημείο κάηκε κατά την επιδρομή του Σύλλα στην Αθήνα και επισκευάστηκε την εποχή του Αυγούστου (μετά το 21 μ.Χ.). Τον 7ο αι. μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία, αφιερωμένη πιθανόν στη Θεοτόκο. Μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία από υψηλόβαθμους Φράγκους αξιωματούχους, και την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας ήταν η κατοικία του τούρκου φρούραρχου. Στις αρχές του 19ου αι. όταν ο Thomas Bruce, λόρδος του Έλγιν, επιδόθηκε σε αρχαιοκαπηλικές πράξεις, τα συνεργεία του απέσπασαν μια Καρυάτιδα (Κόρη C) και έναν κίονα από τη βορειοανατολική γωνία για να τα μεταφέρουν στην Αγγλία. Οι κάτοικοι της Αθήνας ένιωσαν τόσο έντονη δυσαρέσκεια από την αρπαγή της Κόρης που έλεγαν ότι τις νύχτες άκουγαν τις υπόλοιπες Κόρες να θρηνούν για τη χαμένη αδερφή τους.
Λίγα χρόνια μετά, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων το Ερέχθειο χτυπήθηκε από τουρκική οβίδα με αποτέλεσμα να καταστραφεί άλλη μια Κόρη (Κόρη F). Έπειτα, μετά και την αποκατάστασή της, τα αγάλματα μεταφέρθηκαν στο παλιό Μουσείο Ακρόπολης και στο μνημείο τοποθετήθηκαν πιστά αντίγραφά τους. Από το 2009 και οι πέντε Κόρες εκτίθενται στο νέο Μουσείο Ακρόπολης σε περίοπτη θέση, διατεταγμένες όπως ήταν στο μνημείο. Η θέση της Κόρης C που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, παραμένει κενή.

