Parthenon

Ο Παρθενώνας, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μνημεία παγκοσμίως, σύμβολο του δυτικού πολιτισμού, οικοδομήθηκε στο πλάτωμα του βράχου της Ακρόπολης στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. για να τιμήσει την πολιούχο της πόλης, τη θεά Αθηνά. Ο ναός αποτελούσε μέρος του οικοδομικού προγράμματος του Περικλή και χτίστηκε στη θέση δύο παλαιότερων ναών, του Εκατόμπεδου (570 π.Χ.) και του ημιτελούς Προπαρθενώνα (490 π.Χ.).

Η οικοδόμηση του ξεκίνησε το 447 π.Χ. σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Ικτίνου και Καλλικράτη και τη συμμετοχή πλήθους καλλιτεχνών και τεχνιτών (γλύπτες, χαλκουργοί, λιθοξόοι, ζωγράφοι). Ως επικεφαλής ορίστηκε ο Φειδίας, ξακουστός γλύπτης και προσωπικός φίλος του Περικλή ο οποίος συνεργάστηκε με άλλους σπουδαίους γλύπτες, τον Αλκαμένη, τον Αγοράκριτο, τον Κρησίλα και άλλους. Ο ναός εγκαινιάστηκε το 438 π.Χ. κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Παναθηναίων αλλά ο γλυπτός διάκοσμος ολοκληρώθηκε λίγα χρόνια μετά, το 432 π.Χ.

Ο ναός είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένος από μάρμαρο Πεντέλης και θεμελιώθηκε στο πώρινο βάθρο του Προπαρθενώνα. Έχει μήκος 69,51 μ., πλάτος 30,86 και ύψος 13,72 μ. Είναι περίπτερος, με 8 κίονες στις στενές πλευρές και 17 στις μακρές της εξωτερικής κιονοστοιχίας, δωρικού ρυθμού με ιωνικά στοιχεία. Μπροστά από τις στενές πλευρές υπήρχε και δεύτερη κιονοστοιχία από 6 δωρικούς κίονες (πρόσταση). Ο σηκός του χωρίζεται εσωτερικά σε δύο χώρους που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους και η κύρια είσοδος ήταν από τα ανατολικά. Το ανατολικό διαμέρισμα στέγαζε το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, έργο του Φειδία, το οποίο πλαισιωνόταν από διώροφη δωρική κιονοστοιχία σε σχήμα Π που στήριζε τη στέγη. Στο δυτικό διαμέρισμα, τον οπισθόδομο, φυλάσσονταν πολύτιμα αφιερώματα της θεάς Αθηνάς, αλλά και το κρατικό και συμμαχικό ταμείο, από το οποίο διατέθηκαν χρήματα για το οικοδομικό πρόγραμμα της Ακρόπολης. Ο οπισθόδομος ονομαζόταν Παρθενώνας και έδωσε την ονομασία του σε ολόκληρο τον ναό τον 4ο αι. π.Χ.

Ο Παρθενώνας είναι φημισμένος αφενός για τον γλυπτό του διάκοσμο, αφετέρου για τους αρχιτεκτονικούς νεωτερισμούς του, την αρμονία και τις εκλεπτύνσεις που εφαρμόστηκαν στην κατασκευή του. Οι επιφάνειες των μελών του παρουσιάζουν καμπυλότητες και αποκλίσεις από τις ευθείες γραμμές, οι κίονες κλίνουν προς το εσωτερικό και τα μέλη της ανωδομής κυρτώνουν προς τα πάνω. Αυτές οι αποκλίσεις και οι συνειδητές ασυμμετρίες παρότι δεν είναι εμφανείς με γυμνό μάτι, δίνουν στο κτήριο ρυθμό και ζωντάνια. Την τελειότητα της κατασκευής του συμπληρώνει ο γλυπτός διάκοσμος: οι μετόπες πάνω από την κιονοστοιχία του πτερού, η ζωφόρος στο εξωτερικό του σηκού και τις προστάσεις, και τα αετώματα, οι τριγωνικοί χώροι που σχηματίζονται από τα γείσα της στέγης στις στενές πλευρές. Στις 92 μετόπες που τοποθετήθηκαν πρώτες στο μνημείο μετά την κατεργασία τους στο έδαφος εικονογραφούνται μυθικές μάχες. Στην ανατολική πλευρά εικονίζεται η Γιγαντομαχία, στη δυτική η Αμαζονομαχία, στη βόρεια η Άλωση της Τροίας και στη νότια η Κενταυρομαχία. Τα θέματα, εμπνευσμένα από μυθολογικά επεισόδια που συμμετείχαν πρόγονοι-ήρωες, παραπέμπουν στις νίκες των Αθηναίων εναντίων των Περσών. Η ζωφόρος, στοιχείο των ιωνικών ναών που ενσωματώθηκε στον δωρικό Παρθενώνα, αποτελούνταν συνολικά από 115 λίθους. Λαξεύτηκε από το 442 έως το 438 π.Χ. και απεικονίζει την μεγαλειώδη πομπή που σχημάτιζαν οι Αθηναίοι στη γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων για τη μεταφορά του παναθηναϊκού πέπλου στο πανάρχαιο ξόανο της θεάς Αθηνάς. Στα αετώματα με τα 50 περίπου συνολικά ολόγλυφα αγάλματα υπερφυσικού μεγέθους εικονίζεται η γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία (ανατολικό αέτωμα) και η διένεξη μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα για την προστασία της Αθήνας (δυτικό αέτωμα). Τα γλυπτά των αετωμάτων τοποθετήθηκαν τελευταία στον ναό και πιθανόν είχαν εκτεθεί σε κοινή θέα ώστε να τα θαυμάσουν οι πολίτες πριν μπουν στη τελική τους θέση.

Τον 4ο αι., 700 χρόνια περίπου μετά την ίδρυσή του, ο Παρθενώνας υπέστη σημαντικές καταστροφές από πυρκαγιά οι οποίες προκάλεσαν μεγάλες φθορές στον σηκό και τη στέγη. Η κιονοστοιχία του σηκού επισκευάστηκε με αρχιτεκτονικά μέλη άλλων κτηρίων κυρίως από την περιοχή της Αγοράς και στη στέγη τοποθετήθηκαν πήλινες κεραμίδες. Τον 6ο αι. το κτήριο μετασκευάστηκε για να αφιερωθεί στην Παναγία. Άλλαξε ο προσανατολισμός του και κατασκευάστηκε στην ανατολική πλευρά μια ημικυκλική αψίδα ενώ ο οπισθόδομος μετατράπηκε σε νάρθηκα. Αυτή την περίοδο θεωρείται ότι καταστράφηκαν κάποια από τα αγάλματα των αετωμάτων και σφυροκοπήθηκαν οι μετόπες από τους Χριστιανούς. Τη μεσοβυζαντινή περίοδο καθιερώθηκε το όνομα Παναγία Αθηνιώτισσα και ο ναός εξελίχθηκε σε ένα από τα σπουδαιότερα πανελλήνια προσκυνήματα, το οποίο επισκέφθηκε το 1059 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας έγινε καθολική εκκλησία και χτίστηκε κωδωνοστάσιο ενώ, με την κατάκτηση της Αθήνας από τους Οθωμανούς το 1458, ο ναός μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος με μιναρέ στη θέση του φραγκικού κωδωνοστασίου.

Παρά τις τροποποιήσεις ανά τους αιώνες, ο Παρθενώνας διατηρούσε την αρχική αρχιτεκτονική του μορφή και μεγάλο μέρος του γλυπτού του διακόσμου έως το 1687. Τον Σεπτέμβριο εκείνου του έτους, κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τους Βενετούς του στρατηγού Francesco Morosini, μια οβίδα έπληξε το μνημείο, το οποίο είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη από τον Οθωμανό φρούραρχο. Οι καταστροφή ήταν τεράστια, ο ναός ουσιαστικά χωρίστηκε στη μέση και τα μέλη του εκσφενδονίστηκαν σε μεγάλη ακτίνα πέριξ της Ακρόπολής. Το μνημείο ερειπώθηκε και αργότερα κτίστηκε ανάμεσα στα χαλάσματα ένα μικρό τζαμί.

Στις αρχές του 19ου αι. όταν η Ακρόπολη ήταν ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, ο Thomas Bruce, ευρύτερα γνωστός ως λόρδος του Elgin, απέσπασε και μετέφερε στην Αγγλία πολυάριθμα γλυπτά από τον Παρθενώνα: 19 μορφές αετωμάτων, 15 μετόπες από τη νότια πλευρά και 56 πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις από τη ζωφόρο, τις οποίες πριόνισε αποκόπτοντας τις από τους αρχικούς λίθους της για να διευκολύνει την καταβίβαση από το μνημείο και τη μεταφορά τους. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονες επικρίσεις από Έλληνες και Ευρωπαίους λόγιους. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα του Λόρδου Βύρωνα «Η κατάρα της Αθηνάς» (The Curse of Minerva), στο οποίο στηλιτεύει την ιεροσυλία που είχε διαπράξει ο συμπατριώτης του Λόρδος του Έλγιν.

Από τα τέλη του 19ου αι, άρχισαν οι προσπάθειες αναστήλωσης του μνημείου οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Τα εναπομείναντα τμήματα του γλυπτού διακόσμου απομακρύνθηκαν από την αρχική τους θέση και εκτίθενται από το 2009 στο νέο Μουσείο Ακρόπολης.