Στη βορειοανατολική πλαγιά του Αρείου Πάγου οι ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως τα κατάλοιπα τεσσάρων μεγάλων οικιών που ονομάστηκαν A, B, C ή Ωμέγα και D. Οι οικίες αυτές, που χρονολογούνται στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ., έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και θεωρήθηκε ότι ανήκαν σε φιλοσόφους. Η ερμηνεία αυτή βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην ομοιότητα τους με την Οικία του φιλοσόφου Πρόκλου στις νότιες παρειές της Ακρόπολης.

Εκτός από την εντυπωσιακά μεγάλη έκταση που καταλαμβάνουν (εμβαδόν από 1000-1800 τ.μ.), όλες διαθέτουν περίστυλες αυλές και ένα μεγάλο δωμάτιο, ημικυκλικό ή ορθογώνιο, με κόγχες για την τοποθέτηση αγαλμάτων, το οποίο πλαισιώνεται από μικρότερα δωμάτια. Σε κάποιες από αυτές, τα ανασκαφικά δεδομένα οδήγησαν τους μελετητές να ταυτίσουν ορισμένα δωμάτια με οικιακά ιερά. Η πιο πολυτελής οικία, η Ωμέγα, διέθετε τρεις περίστυλες αυλές με μαρμάρινους κίονες γύρω από τις οποίες διατάσσονταν τα δωμάτια. Στο εσωτερικό της βρέθηκαν δάπεδα επιστρωμένα με μαρμάρινη επένδυση, ψηφιδωτά, τοίχοι με ορθομαρμάρωση και λουτήρας ενώ πλήθος αγαλμάτων που διακοσμούσαν την οικία εντοπίστηκαν σε καλή κατάσταση σε δυο φρέατα.

Στην ερμηνεία των οικιών αυτών ως φιλοσοφικών σχολών οδήγησε και η αναφορά του Ευνάπιου, συγγραφέα του 4ου αι. μ.Χ., ο οποίος αναφέρει ότι οι σοφιστές παρέδιδαν μαθήματα στα σπίτια τους σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους, και ότι οι μαθητές συνήθιζαν να μένουν εκεί. Επομένως, η οργάνωση των χώρων σε αυτές τις οικίες με τις μεγάλες αίθουσες να λειτουργούν ως χώροι διδασκαλίας και κάποια από τα μικρότερα δωμάτια ως χώροι ιδιωτικής χρήσης, συνηγορούν προς την εκτίμηση ότι πρόκειται για εκπαιδευτήρια.

Κατά τον 4ο αι. στην Αθήνα, πόλη με βαθιά ριζωμένη φιλοσοφική παράδοση, λειτουργούσαν κέντρα εκπαίδευσης με τους επικεφαλής σοφιστές και φιλοσόφους να αποτελούν μια κοινωνικά ισχυρή τάξη με πολιτική και οικονομική ισχύ. Ξακουστή υπήρξε η σχολή που ίδρυσε ο σοφιστής Πλούταρχος στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ., ο οποίος εκπροσωπούσε τον Νεοπλατωνισμό, ένα φιλοσοφικό κίνημα βασισμένο στους στοχασμούς του Πλάτωνα. Άνθρωποι από όλη την Αυτοκρατορία, ανεξαρτήτως θρησκείας, συνέρρεαν στην πόλη για να διδαχθούν φιλοσοφία και ρητορική, γεγονός που απέφερε φήμη και οικονομικά οφέλη στους δασκάλους. Οι φιλόσοφοι και οι σοφιστές χρέωναν υψηλά δίδακτρα στους μαθητές τους, ενώ κάποιοι από αυτούς δέχονταν επιχορηγήσεις από την αυτοκρατορία ή από εύπορους συμπολίτες τους. Έτσι, οι υπεύθυνοι των σχολών έγιναν οι αντιπρόσωποι της διανοούμενης αριστοκρατίας της εποχής.

Από τις φιλολογικές πηγές πληροφορούμαστε ότι πολύ συχνά συνέβαιναν βίαια επεισόδια μεταξύ των φοιτητών διάσημων σοφιστών, οι οποίοι προσπαθούσαν να προσεγγίσουν και να οδηγήσουν τους καινούργιους φοιτητές στις σχολές των δασκάλων τους, με αποτέλεσμα να παρεμβαίνουν οι αρχές της πόλης. Καθώς η διδασκαλία των μαθημάτων γινόταν πια δύσκολα σε ανοιχτούς χώρους λόγω των ταραχών και συνδυαστικά με την έντονη οικοδομική δραστηριότητα στην Αθήνα κατά τις αρχές του 5ου αι. μ.Χ., πολλά ευμεγέθη και πολυτελή ιδιωτικά σπίτια φιλοσόφων και σοφιστών, μετατράπηκαν σε εκπαιδευτήρια.

Παράλληλα, όμως, οι νόμοι που εκδίδονταν από την Αυτοκρατορία ενισχύοντας τον Χριστιανισμό περιόριζαν την ανοχή στις παγανιστικές θρησκείες, ώσπου το 529 μ.Χ., με έδικτο του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, απαγορεύτηκε η διδασκαλία της φιλοσοφίας στην Αθήνα. Πολλοί δάσκαλοι εξορίστηκαν, ενώ οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Στην οικία Ωμέγα, που μετασκευάστηκε στις αρχές του 6ου αι μ.Χ., αντικαταστάθηκε η ειδωλολατρική παράσταση ενός ψηφιδωτού από πλάκες με σταυρόσχημο μοτίβο, και πολλά από τα γλυπτά της έπαυλης τοποθετήθηκαν στα πηγάδια που προαναφέρθηκαν. Οι μελετητές θεωρούν ότι η πολυτελής έπαυλη, που λειτούργησε ως εκπαιδευτήριο ενός ευκατάστατου δασκάλου τον προηγούμενο αιώνα, εγκαταλείφθηκε από τους παγανιστές ενοίκους της. Πριν αποχωρήσουν, έκρυψαν με προσοχή τα γλυπτά στα φρέατα, και η οικία μεταβιβάστηκε σε έναν Χριστιανό, ενδεχομένως σε κάποιον σημαίνοντα λειτουργό της νέας θρησκείας.